Η Εθνική Ελλάδας έγραψε ιστορία στο Χάμπντεν Παρκ, κατακτώντας μια εντυπωσιακή νίκη με 3-0 επί της Σκωτίας και εξασφαλίζοντας την πρόκριση στην League A του Nations League για πρώτη φορά. Κάθε παίκτης συνέβαλε σε αυτή την επιτυχία, από τον Καρέτσα που έδειξε την αξία του, τον Γιάννη Κωνσταντέλια που ήταν ο αδιαμφισβήτητος αστέρας, μέχρι και τους λιγότερο φανερούς ήρωες.
Μεταξύ αυτών βρίσκεται και ο Βαγγέλης Παυλίδης. Ο επιθετικός της Μπενφίκα δεν κατάφερε να λάμψει με την απόδοσή του απέναντι στη Σκωτία, ωστόσο η συμβολή του ήταν απαραίτητη για την πρόκριση. Ο 26χρονος, ένας από τους πιο έμπειρους παίκτες της ομάδας, παρέμεινε στο γήπεδο μέχρι το 83ο λεπτό, όταν αντικαταστάθηκε από τον Φώτη Ιωαννίδη.
Στο παιχνίδι, ο Παυλίδης πραγματοποίησε 39 ενέργειες με την μπάλα, αν και οι περισσότερες από αυτές δεν έγιναν στην αντίπαλη περιοχή, όπως δείχνουν τα στατιστικά της Opta. Κινήθηκε κυρίως στις πλευρές του γηπέδου, δίνοντας ευκαιρίες στους συμπαίκτες του (Καρέτσα, Κωνσταντέλιας, Τζόλης) να εισέλθουν στην περιοχή και να δημιουργήσουν κινδύνους.
Μέσα στην αντίπαλη περιοχή, πραγματοποίησε μόνο τέσσερις ενέργειες, με δύο από αυτές να είναι τελικές προσπάθειες. Η πρώτη, στις καθυστερήσεις του πρώτου ημιχρόνου, αποκρούστηκε, ενώ στο 66ο λεπτό είχε μια σημαντική ευκαιρία, η οποία όμως απέτυχε χάρη στην εξαιρετική επέμβαση του Σούταρ. Παρά ταύτα, συνέβαλε με μια σημαντική πάσα, παίζοντας ρόλο σε τέσσερις από τις 13 τελικές προσπάθειες της ομάδας.
Η ακρίβεια του Παυλίδη στις μεταβιβάσεις ήταν εντυπωσιακή. Η κίνησή του στις πλευρές του γηπέδου του επέτρεψε να διασπάσει εύκολα την άμυνα, όπως φαίνεται από τα στατιστικά των πασών του. Πολλές από αυτές ήταν προς τα πίσω, βοηθώντας στην ανάπτυξη του παιχνιδιού της ομάδας. Επιπλέον, είχε 100% ακρίβεια στις μακρινές μπαλιές (3/3).
Παρόλο που δεν κατάφερε να κερδίσει πολλές μονομαχίες με τους αμυντικούς της Σκωτίας (επικράτησε σε δύο από τις εννιά), η συμβολή του ήταν σημαντική. Δεν ήταν η καλύτερη εμφάνισή του με την Εθνική, αλλά έδειξε ότι αποτελεί έναν πολύτιμο παίκτη για την ομάδα του Ιβάν Γιοβάνοβιτς, ακόμα και όταν δεν τα πάει όπως θα ήθελε.



