Sunday, April 19, 2026
Google search engine
ΑρχικήΕΙΔΗΣΕΙΣΗ αγωνία μιας εστιάτριας: Ο κλάδος που γίνεται συνεχώς θύμα χωρίς υποστήριξη...

Η αγωνία μιας εστιάτριας: Ο κλάδος που γίνεται συνεχώς θύμα χωρίς υποστήριξη – Οι δοκιμασίες των τελευταίων ετών

Μια εμπειρία γεμάτη δυσκολίες και αντιξοότητες περιγράφει η Φωτεινή Παντζιά, ιδιοκτήτρια του εστιατορίου «By the glass», μέσα από μια ειλικρινή ανάρτηση στο Facebook. Στο κείμενό της με τίτλο «Δεν είμαστε ο εχθρός», εκφράζει τις πικρίες και τις δοκιμασίες που αντιμετώπισε κατά τα 13 χρόνια λειτουργίας της επιχείρησής της.

«Τα τελευταία δύο χρόνια, η επιβίωση έχει γίνει σχεδόν αδύνατη», σημειώνει, αναφέροντας ότι το κόστος λειτουργίας ενός μαγαζιού στην Ελλάδα είναι εξωφρενικό. «Οι Έλληνες δημιουργούν όμορφα μαγαζιά — όχι πολυτελή, αλλά ζεστά, γεμάτα ψυχή και αγάπη. Κι όμως, αυτό το όραμα πληρώνεται ακριβά, πολύ πριν ανοίξουν καν οι πόρτες».

Η εστίαση, όπως τονίζει, γίνεται συχνά ο εύκολος στόχος. «Ακούμε για φοροδιαφυγή και ελέγχους, αλλά όλοι γνωρίζουν την πραγματικότητα. Κι όμως, εμείς φέρνουμε το πρώτο χτύπημα, χωρίς καμία προστασία», λέει με πικρία.

Επιπλέον, η διαδεδομένη άποψη ότι «τα μαγαζιά βγάζουν λεφτά με το τσουβάλι» δημιουργεί πρόσθετες πιέσεις. «Όταν λήγουν τα συμβόλαια ενοικίου, οι ιδιοκτήτες ζητούν διπλάσιες ή τριπλάσιες τιμές, σαν να νοικιάζουν μια μηχανή που τυπώνει χρήματα. Αν είχαμε τέτοια, θα την είχαμε βάλει να δουλεύει μπροστά στο μαγαζί!», προσθέτει με ειρωνεία.

Αλλά η εστίαση δεν είναι απλώς ένας χώρος εργασίας. Είναι ένας κόσμος αναμνήσεων και συναισθημάτων. «Είμαστε εκεί για τα πρώτα ραντεβού, για τις γιορτές, για τις στιγμές που κάποιος χρειάζεται να ξεφύγει. Κρατάμε ζωντανές τις στιγμές — και μερικές φορές, αυτό είναι το μόνο που χρειάζεται κάποιος για να συνεχίσει», γράφει.

Κλείνοντας, η Παντζιά εκφράζει μια έκκληση: «Η εστίαση είναι φροντίδα, πολιτισμός, Ελλάδα. Ας τη σεβαστούμε όπως αξίζει».

Το πλήρες κείμενό της στο Facebook:

*ΔΕΝ ΕΙΜΑΣΤΕ Ο ΕΧΘΡΟΣ*

Είμαστε άνθρωποι που παλεύουμε καθημερινά για να κρατήσουμε ζωντανές τις επιχειρήσεις μας, τις ομάδες μας, τις σχέσεις μας.

Κι αν η εστίαση δεν είναι το πρόβλημα, αλλά μέρος της λύσης;

Ένα ζωντανό κύτταρο αυτής της χώρας;

Ένα κείμενο για όσα δεν λέγονται εύκολα — αλλά πρέπει να ειπωθούν.

Έχω ένα μαγαζί. Για 13 χρόνια.

Και αυτά τα χρόνια δεν ήταν απλώς μια επαγγελματική πορεία. Ήταν ζωή.

Ήταν μέρες γεμάτες χαρές, άγχη, λάθη, μικρές νίκες και μεγάλες μάχες.

Έμαθα την εστίαση από μέσα — όχι ως πελάτης ή σύμβουλος, αλλά ως κάποια που έκλεινε τα φώτα με κούραση στα μάτια και τρέμουλο στα χέρια.

Με ανθρώπους που έγιναν οικογένεια και άλλους που έφυγαν αφήνοντας πίσω σιωπές.

Με τη συγκίνηση όταν κάποιος μου λέει: «Περάσαμε υπέροχα».

(Κι εσύ σκέφτεσαι: «Αν ήξερες τι έγινε στην κουζίνα πριν λίγο…»)

Κι όμως, η εστίαση έχει γίνει ο εύκολος εχθρός.

Στο σημείο που όλοι δείχνουν το δάχτυλο.

Σαν να μην είμαστε κι εμείς άνθρωποι.

Σαν να μην ρίχνουμε την ψυχή μας σε αυτό που κάνουμε.

Μας κατηγορούν: για τα ένσημα, τη φοροδιαφυγή, την εκμετάλλευση.

Αν ακούσεις μερικούς, θα νομίσεις ότι αντί για τραπέζια, έχουμε μπουντρούμια.

Δεν λέω ότι δεν υπάρχουν κακές περιπτώσεις.

Αλλά η γενίκευση είναι άδικη. Και πολλές φορές, επώδυνη.

Η αλήθεια είναι ότι οι περισσότεροι από εμάς προσπαθούμε να κάνουμε το σωστό.

Να φροντίσουμε τους συνεργάτες μας. Να πληρώσουμε δίκαια.

Να δημιουργήσουμε ένα περιβάλλον όπου οι άνθρωποι θα νιώθουν καλά.

Να σταθούμε δίπλα στους πελάτες μας όπως και στους εργαζόμενους.

Να είμαστε δίκαιοι. Ανθρώπινοι.

(Και μερικές φορές, λίγο ψυχολόγοι — αλλά αυτό είναι έξτρα.)

Τα τελευταία χρόνια, όμως, όλα έχουν γίνει ακόμα πιο δύσκολα.

Τα έξοδα τρέχουν γρηγορότερα από την αναπνοή μας.

Οι απαιτήσεις μεγαλώνουν. Το προσωπικό λιγοστεύει.

(Ή έρχεται, βλέπει το ωράριο και το πάσο — και φεύγει πριν προλάβουμε να φτιάξουμε καφέ.)

Και συχνά, οι λέξεις που ακούγονται για εμάς δεν είναι ευχαριστίες, αλλά κατηγορίες.

Ύποπτα βλέμματα. Μομφές.

Και πριν ανοίξεις καν, υπάρχει εκείνη η στιγμή.

Η πιο ευάλωτη. Όταν χτίζεις το όνειρό σου.

Το πρώτο φως. Το πρώτο τραπέζι.

Η στιγμή που κάθεσαι μόνος και σκέφτεσαι: «Αυτό το έφτιαξα εγώ».

(Και ψιθυρίζεις: «Άντε καλή τύχη, γιατί δεν ξέρεις τι σε περιμένει».)

Βλέπουμε μαγαζιά που ανοίγουν και νομίζουμε ότι «πάει καλά ο κλάδος».

Αλλά για κάθε ένα που ανοίγει, δέκα έχουν κλείσει.

Σιωπηλά. Χωρίς να το μάθουμε ποτέ.

Ή μαγαζιά που άνοιξαν με αγάπη, αλλά δεν τους δώσαμε χρόνο να σταθούν.

Το κόστος ενός μαγαζιού στην Ελλάδα είναι τεράστιο.

Γιατί οι Έλληνες φτιάχνουν όμορφα μαγαζιά. Ζεστά. Ανθρώπινα.

Με χαρακτήρα. Με γούστο.

Με τα αόρατα υλικά: την αγάπη, την αισθητική, το μεράκι.

Κι όλα αυτά κοστίζουν. Πριν καν ξεκινήσεις.

Ένας νέος επιχειρηματίας σηκώνει ένα τεράστιο βάρος.

Και κάθε βράδυ, πριν κλείσει, αναρωτιέται:

Θα έρθει κόσμος; Θα πληρώσω τους ανθρώπους μου; Θα αντέξουμε;

Ή θα με βρουν κάτω με το δίσκο αγκαλιά;

Αυτές οι ερωτήσεις δεν σταματούν. Απλώς μαθαίνεις να ζεις μαζί τους.

Φυσικά, αυτό είναι το ρίσκο της επιχείρησης.

Το αποδεχόμαστε.

Αλλά όταν το ρίσκο αποδίδει, όταν η επιχείρηση αντέχει, όταν ο κόσμος μας στηρίζει —

τότε είναι φυσικό να αξίζουμε μια αξιοπρεπή ανταμοιβή.

Κι όμως, τα τελευταία δύο χρόνια, αυτό έχει γίνει σχεδόν ακατόρθωτο.

Ακούμε για φοροδιαφυγή, για «ύποπτα» μαγαζιά, για ελέγχους.

Όλοι ξέρουμε τι συμβαίνει.

Το ξέρουμε εμείς, οι πολιτικοί, όσοι πρέπει να το ξέρουν.

Κι όμως, η εστίαση είναι πάντα η πρώτη που δέχεται το χτύπημα.

Εύκολος στόχος. Χωρίς προστασία.

Η εστίαση είναι από τους πιο σημαντικούς πυλώνες της ελληνικής οικονομίας.

Είναι βαριά βιομηχανία.

Μόνο το 2023, 33 εκατομμύρια τουρίστες επισκέφτηκαν την Ελλάδα —

κι ένας βασικός λόγος είναι η ποιοτική, δυναμική εστίαση που διαθέτουμε.

Μια εστίαση με ταυτότητα, γεύση και ανθρώπους που επενδύουν με όραμα.

(Και το φέτα-καρπούζι, φυσικά. Αλλά πίσω υπάρχει μια κουζίνα που δούλεψε 10 ώρες και ένας σερβιτόρος που το σέρβιρε με χαμόγελο.)

Σοβαροί επιχειρηματίες στηρίζουν τον κλάδο.

Αλλά — και το φοβάμαι — σιγά-σιγά κουράζονται.

Δεν αντέχουν τη στρέβλωση. Την έντονη στρέβλωση.

Μια στρέβλωση που σκοτώνει τη θέληση και αποθαρρύνει όσους θέλουν να χτίσουν κάτι διαρκές.

Και σαν να μην έφτανε αυτό,

υπάρχει η ψευδαίσθηση ότι «τα μαγαζιά βγάζουν λεφτά με το τσουβάλι».

Όταν λήγουν τα ενοίκια,

μας ζητούν διπλάσιες, τριπλάσιες, εξαπλάσιες τιμές.

Σαν να νοικιάζουν μια μηχανή που τυπώνει χρήματα.

Αν είχαμε τέτοια, θα την είχαμε βάλει μπροστά για διακόσμηση — και να δουλεύει κιόλας!

Όχι ένα μαγαζί φτιαγμένο με μεράκι, κόπο και ψυχή.

Και υπάρχει και κάτι ακόμα:

Η εστίαση είναι χαρά. Είναι φροντίδα.

Είναι η στιγμή που κάποιος ξεχνά τα πάντα για λίγο.

Είναι το πρώτο ραντεβού.

Το τραπέζι μετά τη γέννα.

Το «σήμερα θέλω να σου πω κάτι».

Το «χρόνια πολλά», το «θα μου λείψεις», το «σ’ αγαπάω».

(Ή απλώς το «φέρε κι άλλο κρασί, γιατί μόλις ζεστάθηκα».)

Δεν είμαστε απλώς καταστήματα.

Είμαστε χώροι μνήμης. Χώροι σύνδεσης.

Και ναι — κάνουμε ένα έργο.

Όχι όπως οι γιατροί που σώζουν ζωές.

Αλλά όπως εκείνοι που κρατούν ζωντανές τις στιγμές.

Και μερικές φορές, αυτό είναι το μόνο που χρειάζεται κάποιος για να συνεχίσει.

Η εστίαση είναι φροντίδα. Είναι πολιτισμός. Είναι Ελλάδα.

Ας τη σεβαστούμε όπως αξίζει.

Με εκτίμηση,

*Φωτεινή Παντζιά*

Ιδιοκτήτρια του By the glass

RELATED ARTICLES

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

- Advertisment -
Google search engine

Most Popular

Recent Comments